Λατινικά (la) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

populus (la) αρσενικό

  1. η λεύκα
  2. ο λαός


Φινλανδικά (fi) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

populus (fi)