ενικός         πληθυντικός  
manifestation manifestations

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

manifestation (en)

  1. το φανέρωμα, η εκδήλωση
     συνώνυμα: demonstration, display
  2. ένδειξη, σημάδι
     συνώνυμα: sign, indication

  Προφορά

επεξεργασία
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
manifestation manifestations

manifestation (fr) θηλυκό

  1. η διαδήλωση
  2. η εκδήλωση

Συγγενικά

επεξεργασία