Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική konewka konewki
γενική konewki konewek
δοτική konewce konewkom
αιτιατική konew konewki
οργανική konew konewkami
τοπική konewce konewkach
κλητική konewko konewki

  ΠροφοράΕπεξεργασία

konewka 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

konewka (pl) θηλυκό