Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kit (en)

  1. κιτ, σετ συναρμολόγησης (παιχνίδι, έπιπλο, ... το οποίο παραδίδεται σε κομμάτια)
  2. γατάκι (συντομευμένη μορφή του kitten)
  3. (ΗΒ) (αργκό) ρούχο



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

kit < αγγλική kit

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kit (fr)

  • κιτ, κάτι έτοιμο να συναρμολογηθεί (παιχνίδι, έπιπλο, ...).



Βοσνιακά (bs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kit (bs)



Σλοβενικά (sl) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kit (sl) αρσενικό