Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

intereso < interes- + -o

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική intereso interesoj
αιτιατική intereson interesojn

intereso (eo)

  1. το ενδιαφέρον
  2. η χρησιμότητα
  3. το κέρδος
  4. η τάση προς, η κλίση

interesso (ιντερέσο τό) = κέρδος, συμφέρον: «Αυτός κοιτάζει πολύ το ιντερέσο του»