Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

gut (en)

  1. το πεπτικό σύστημα, ιδιαίτερα το έντερο
  2. η κοιλιά, ιδιαίτερα η κοιλιά με πάχος
    beer gut
  3. το έντερο ζώων που χρησιμοποιείται για να φτιαχτούν χορδές

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

gut (de)