Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɪˈvɛnt/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
event events

event (en)

  1. γεγονός
  2. συμβάν
  3. (πληροφορική) συμβάν που προέρχεται από το εξωτερικό περιβάλλον ενός προγράμματος, όπως από τον χρήστη, το λειτουργικό σύστημα, το δίκτυο, κλπ. και ενεργοποιεί την εκτέλεση μιας συνάρτησης που λέγεται event handler (listener)

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • event στην αγγλική Βικιπαίδεια