Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χρήστης οι χρήστες
      γενική του χρήστη των χρηστών
    αιτιατική τον χρήστη τους χρήστες
     κλητική χρήστη χρήστες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρήστης (λόγια λέξη) < θέμα χρήσ- από το αρχαίο ρήμα χρῶμαι + -της. Η αρχαία λέξη χρήστης είχε διαφορετικές σημασίες.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈxɾi.stis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρήστης αρσενικό ή θηλυκό [επίσης (λαϊκότροπο) για το θηλυκό και χρήστρια]

  1. αυτός που κάνει χρήση, που χρησιμοποιεί κάτι
    1. για μηχανήματα
    2. για υπολογιστές και διαδικτυακές υπηρεσίες
    3. για τοξικές ουσίες
      χρήστης ναρκωτικών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. χρήστης < χράω
  2. χρήστης < κίχρημι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρήστης αρσενικό

  1. μάντης, αυτός που δίνει χρησμό
  2. πιστωτής, τοκογλύφος
    1. χρεώστης, οφειλέτης