Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/ˈdaʊnrʌɪt/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

downright (en)
σχεδόν πάντα για κάτι κακό, δυσμενές ή δυσάρεστο

  1. εντελώς, ολωσδιόλου, απολύτως
  2. πλήρως


Συνώνυμα: altogether, thoroughly

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

downright (en)
σχεδόν πάντα για κάτι κακό, δυσμενές ή δυσάρεστο


Συνώνυμα: thorough, utter