Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

claw (en)

  1. το νύχι (ζώου ή πουλιού)
  2. η δαγκάνα ενός αρθρόποδου
    lobster claws - οι δαγκάνες του αστακού

  ΡήμαΕπεξεργασία

claw (en)

  1. γδέρνω ή ξεσκίζω με τα νύχια
  2. αρπάζω κάτι με τα νύχια
  3. σκαρφαλώνω μετα νύχια