Αγγλικά (en) Επεξεργασία

ενεστώτας burst out
γ΄ ενικό ενεστώτα bursts out
αόριστος burst out
παθητική μετοχή burst out
ενεργητική μετοχή bursting out

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δείτε τις λέξεις burst και out

  ΡήμαΕπεξεργασία

burst out (en)

  1. εμφανίζομαι ξαφνικά, ξεπετιέμαι
  2. (για ψυχολογική κατάσταση) ξεσπάω