Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

absorbed (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος absorb

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

absorbed (en)

  1. απορροφημένος (π.χ. στις σκέψεις του)
     συνώνυμα: engrossed
  2. απορροφημένος από ένα πορώδες υλικό η μη ανακλώμενη ακτινοβολία (για φως, ακτίνες), το μη ανακλώμενο χρώμα
     συνώνυμα: imbibed (βοτανική)