Γερμανικά (de)Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Oma die Omas
γενική der Oma der Omas
δοτική der Oma den Omas
αιτιατική die Oma die Omas

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Oma < περικοπή του Großmama [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈoːma/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Oma (de) θηλυκό

  1. (οικογένεια, οικείο, ειδικά στη γλώσσα των παιδιών) η γιαγιά
  2. (προφορικό) ηλικιωμένη γυναίκα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «Oma» - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).