Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Nationalität die Nationalitäten
γενική der Nationalität der Nationalitäten
δοτική der Nationalität den Nationalitäten
αιτιατική die Nationalität die Nationalitäten

Nationalität (de) θηλυκό

  1. εθνικότητα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία