Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Kichererbse die Kichererbsen
γενική der Kichererbse der Kichererbsen
δοτική der Kichererbse den Kichererbsen
αιτιατική die Kichererbse die Kichererbsen

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkɪçɐˌʔɛʁpsə/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Kichererbse (de) θηλυκό