Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Alabama από ονομασίες σε τοπικές γλώσσες αυτοχθόνων, π.χ. από τη γλώσσα Τσόκτο alba (πυκνή βλάστηση) + amo (συλλέγω), δηλαδή «συλλέκτες βλάστησης» ή από τη γλώσσα Αλαμπάμα Albaamaha (η φυλή που κατοικούσε στην περιοχή)[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˌæləˈbæmə/
 

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Alabama (en), συντομογραφία: AL

  1. πολιτεία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, η Αλαμπάμα
  2. ποταμός στην παραπάνω πολιτεία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • Alabama στην αγγλική Βικιπαίδεια  

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Everett-Heath, John (2020). Concise Oxford Dictionary of World Place Names (6η έκδοση). Oxford: Oxford University Press. 



Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Alabama (άμεσο δάνειο) αγγλική Alabama

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /alabamˈa/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Alabama (fr) αρσενικό, μόνο στον ενικό



Γερμανικά (de)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Alabama (de) ουδέτερο

  1. πολιτεία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, η Αλαμπάμα
  2. ποταμός στην παραπάνω πολιτεία



Ιταλικά (it)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Alabama (άμεσο δάνειο) αγγλική Alabama

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /alabˈama/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Alabama (it) θηλυκό, μόνο στον ενικό