Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωσάν < ως + αν

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ωσάν

  • σαν να, σάματι, σάματις, δίκην, ωσεί, οιονεί, κάτι σαν, λες και, ως αν / εάν, σάμπως

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία