Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φωτίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος φωτίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

φωτίζομαι, πρτ.: φωτιζόμουν, στ.μέλλ.: θα φωτιστώ, αόρ.: φωτίστηκα, μτχ.π.π.: φωτισμένος

  1. δέχομαι φως, με φωτίζουν
    το δωμάτιo φωτιζόταν από μερικά κεριά
  2. (θεολογία) δέχομαι φώτιση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία