Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φιλεύω < φίλος + -εύω ή φιλέω

  ΡήμαΕπεξεργασία

φιλεύω

  1. κερνάω φαγητό που έχω ετοιμάσει συνήθως στο σπίτι μου, χωρίς πολυτέλειες και κατά κανόνα όχι σε ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες
    πέρνα μέσα να σε φιλέψω ένα γλυκόένα κρασάκι ή ένα μεζεδάκι)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία