Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πηγάζω < αρχαία ελληνική πηγάζω < πηγή

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pi.ˈɣa.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

πηγάζω

  1. (κυριολεκτικά) ξεπηδώ από πηγή, αναβλύζω
  2. (μεταφορικά) προέρχομαι, εκπορεύομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία