Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεπηδώ < μεσαιωνικό ξεπηδῶ < ξε και πηδάω < ἐκπηδάω-ἐκπηδῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεπηδάω-ξεπηδώ

  1. πετάγομαι ξαφνικά ξεπετάγομαι
    ξεπηδούσαν οι φλόγες από πεύκο σε πεύκο
  2. αναδύομαι από κάπου
    τα οικολογικά κινήματα ξεπήδησαν σε όλο τον κόσμο μετά τα μέσα του 20ου αιώνα, κυρίως εκεί που παρουσιάστηκε ένα οξύ πρόβλημα και όπου παράλληλα κάποιοι είχαν εν τω μεταξύ πρωτοπορήσει καλλιεργώντας την περιβαλλοντική παιδεία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία