Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παγιώνω < ελληνιστική κοινή παγιόω, -ῶ < πήγνυμι

  ΡήμαΕπεξεργασία

παγιώνω, πρτ.: παγίωνα, στ.μέλλ.: θα παγιώσω, αόρ.: παγίωσα, παθ.φωνή: παγιώνομαι, μτχ.π.π.: παγιωμένος

  1. δίνω σε κάτι τον χαρακτήρα του πάγιου, ενεργώ έτσι ώστε ένα πράγμα ή μια κατάσταση να παραμείνουν αμετάβλητα για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα
  2. κάνω κάτι πιο ισχυρό, το ισχυροποιώ, του δίνω στέρεες βάσεις για να υπάρχει και στο μέλλον, το εδραιώνω

ΚλίσηΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία