Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπολ < αγγλική bowl

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπολ ουδέτερο άκλιτο

  1. ημισφαιρικό κεραμικό, πορσελάνινο ή γυάλινο αγγείο, σχετικά μικρό, για το σερβίρισμα π.χ. του παγωτού
  2. στρογγυλό ή τετράγωνο πλαστικό ή γυάλινο δοχείο με καπάκι για τη φύλαξη φαγητού στο ψυγείο

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία