Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φουσκάλα φουσκάλες
γενική φουσκάλας φουσκαλών
αιτιατική φουσκάλα φουσκάλες
κλητική φουσκάλα φουσκάλες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φουσκάλα < φούσκα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φουσκάλα θηλυκό

  1. κύστη στο δέρμα, γεμάτη πυώδες υγρό

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία