Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λέιζερ < αγγλική laser

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈlɛ.i.zɛɾ/
 
ακτίνες λέιζερ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λέιζερ ουδέτερο άκλιτο

  • συσκευή που παράγει ακτινοβολία σε δέσμες φωτός μεγάλης ισχύος· η ίδια η ακτινοβολία. Χρησιμοποιείται στη μετάδοση πληροφοριών, στη χειρουργική, στην κοπή και συγκόλληση υλικών, στην ψυχαγωγία κ.λπ.

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία