Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηδονοβλεψία < ηδονοβλεψίας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ηδονοβλεψία θηλυκό

  1. η άντληση ηδονής από την παρακολούθηση σεξουαλικής πράξης στην οποία συμμετέχουν άλλοι

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία