Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βυζαίνω < μεσαιωνική ελληνική βυζάνω < μυζῶ < μύζω < (ηχομιμητική λέξη) (μῦ, λόγω του σχήματος και του ήχου που κάνουν τα χείλη του βρέφους)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /viˈze.no/
συλλαβισμός: βυ‐ζαί‐νω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βυζαίνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία