Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βυζαίνω < μεσαιωνική ελληνική βυζάνω < μυζῶ < μύζω < ηχομιμητική λέξη (μῦ, λόγω του σχήματος και του ήχου που κάνουν τα χείλη του βρέφους)

  ΡήμαΕπεξεργασία

βυζαίνω

  1. θηλάζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία