Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποτοξινώνω < απο- + τοξίνη + -ώνω < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική toxine < toxique < λατινική toxicum < αρχαία ελληνική τοξικόν, ουδέτερο του τοξικός < τόξον ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική detoxify)

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποτοξινώνω (παθητική φωνή: αποτοξινώνομαι)

  1. αφαιρώ ή απομακρύνω τοξίνες από κάποιο οργανισμό
  2. αφαιρώ ή απομακρύνω τοξίνες από κάτι αρνητικό ή βλαβερό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία