Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντρειεύω < μεσαιωνική ελληνική αντρειεύω < αντρείος + -εύω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /an.'driε.vo/ και /an.dri.'ε.vo/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αντρειεύω (μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος: αντρειεμένος)

  1. (λαϊκότροπο) γίνομαι ανδρείος, δυναμώνω,
  2. (παρωχημένο) ανδρώνομαι, μεγαλώνω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία