Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα έγκατα
      γενική των εγκάτων
    αιτιατική τα έγκατα
     κλητική έγκατα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έγκατα < αρχαία ελληνική ἔγκατα (εντόσθια, σωθικά), αβέβαιου ετύμου

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έγκατα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. τα πολύ σκοτεινά μέρη που βρίσκονται στο εσωτερικό ενός χώρου και σε πολύ μεγάλο βάθος
    οι ανθρακωρύχοι δούλευαν στα έγκατα της γης
    στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία