Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική Τυφάων Τυφάονε Τυφάονες
Γενική Τυφάονος Τυφαόνοιν Τυφαόνων
Δοτική Τυφάονι Τυφαόνοιν Τυφάοσι(ν)
Αιτιατική Τυφάονα Τυφάονε Τυφάονας
Κλητική Τυφάον Τυφάονε Τυφάονες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Τυφάων < Τυφῶν

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Τυφάων αρσενικό (Τῠφάων)