Δείτε επίσης: Web

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

web (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

web (en)

  1. (αμετάβατο) υφαίνω ιστό
  2. (μεταβατικό) μπλέκω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

web < αγγλική

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /wɛb/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

web (fr) αρσενικό

  1. (πληροφορική) το διαδίκτυο