Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

sue (en)

  1. μηνύω, κάνω μήνυση ή αγωγή εναντίον κάποιου (συνήθως όχι για ποινικά αδικήματα)
  2. κάνω έκκληση

Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό suo sui
θηλυκό sua sue

sue (it)