Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

strip (en)

  1. λωρίδα
    strips of paper
    Gasa strip - η Λωρίδα της Γάζας
  2. το στριπτίζ, συντομευμένη εκδοχή της λέξης striptease

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία