Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

scoop (fr) αρσενικό

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

scoop (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

scoop (en)

  1. βγάζω μερίδα/μπάλα παγωτού με το ειδικό κουτάλι
  2. βγάζω πρώτος είδηση
    We have scooped our rivals! Βγάλαμε την είδηση πριν τους ανταγωνιστές μας!
    We've been [have been] scooped! Έβγαλαν άλλοι πρώτοι την είδηση! Έβγαλαν άλλοι την είδηση πριν από μας!