Δείτε επίσης: rate

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό raté ratés
θηλυκό ratée ratées

raté (fr) αρσενικό

  1. κάτι το αποτυχημένο
  2. ασυνεχής θόρυβος ενός κινητήρα, που υποδηλώνει την κακή λειτουργία του
  3. (για ανθρώπους) αποτυχημένος