Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
participe présent participes présents

participe présent (fr) αρσενικό

  1. του γερούνδιου
    en passant: περνώντας
  2. ενός εξακολουθητικού ενεστώτα
  3. μιας μεγαλύτερης διάρκειας, στο παρελθόν, από τον παρατατικό (imparfait)
  4. ενός εξακολουθητικού μέλλοντα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία