Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

parachute (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

parachute (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

parachute 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
parachute parachutes

parachute (fr) αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

autogire, deltaplane, parachute, paramoteur, parapente, ULM