Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

orator (en)

  1. ρήτορας



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

orator (ro) αρσενικό

  1. ο ρήτορας

ΚλίσηΕπεξεργασία