Δείτε επίσης: Motor

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

motor (en)

  1. ο κινητήρας



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

motor (ro) αρσενικό

  1. ο κινητήρας, το μοτέρ

ΚλίσηΕπεξεργασία