Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

intrigue 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
intrigue intrigues

intrigue (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) μπερδεμένη και ενοχλητική κατάσταση
  2. (παρωχημένο) κρυφή ερωτική σχέση, συνήθως σύντομη
  3. η δολοπλοκίασκευωρία, η ραδιουργία
  4. η ίντριγκα στο θέατρο, στον κινηματογράφο, σε ένα μυθιστόρημα, η πλοκή