παραθετικά
θετικός intermittent
συγκριτικός more intermittent
υπερθετικός most intermittent

  Επίθετο

επεξεργασία

intermittent (en)

Παράγωγα

επεξεργασία



γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό intermittent intermittents
θηλυκό intermittente intermittentes

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ɛ̃.tɛʁ.mi.tɑ̃/

  Επίθετο

επεξεργασία

intermittent (fr) αρσενικό