Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

hallebarde < (άμεσο δάνειο) γερμανική Hallebarde < hell (φωτεινός, γυαλιστερός) + Bard (παλιά τευτονική λέξη που σημαίνει τσεκούρι ή ακόντιο)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /al.baʁd/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
hallebarde hallebardes

hallebarde (fr) θηλυκό

 
διάφορα είδη από hallebardes
  1. (οπλισμός) είδος όπλου, που έχει στο πάνω μέρος μια μακρόστενη μυτερή λόγχη
    Les suisses avaient laissé leurs hallebardes et les dames d'honneur leurs petits ouvrages harponnés d'un crochet hâtif. (Pierre Louÿs; « Les aventures du roi Pausole » -1901)
    Un coup de hallebarde.
    La hampe d’une hallebarde.
    Autrefois la hallebarde était l’arme du sergent, dans les compagnies de gens de pied.
    Porter la hallebarde.
  2. (οπλισμός) όπλο που αποτελείται από ένα κοντάρι έως και δύο μέτρα μήκος, και ένα σιδερένιο μέρος στην άκρη του. Αυτό το τελευταίο έχει από τη μια μεριά, είτε ενός τσεκουριού, είτε ημισέληνου με κοφτερές ακίδες, και από την άλλη μεριά ένα κεντρί ίσιο ή καμπυλωτό. Συνεχίζει κατά μήκος του κονταριού, με μία δίκοπη λάμα, φαρδιά στη βάση της, και τελειώνει με πολύ μυτερή αιχμή. Έτσι έχει διπλή χρήση.

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • hallebarde στη γαλλική Βικιπαίδεια