Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

continent (en)

κατάλληλη επιλογή προθέσεωνΕπεξεργασία

προτιμάται η διατύπωση on a continent
αλλά αναφέρουμε ότι κάποιος πήγε ή ζει χρησιμοποιούμε το in: I have lived in Europe, Asia[1]...



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

continent 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
continent continents

continent (fr) αρσενικό

  1. (γεωγραφία) ήπειρος
  2. (μεταφορικά) το εσωτερικό μιας περιοχής ή μιας χώρας, η ηπειρωτική περιοχή
  3. (ειδικότερα) η Ευρώπη, όπως φαίνεται από τη Μεγάλη Βρετανία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό continent continents
θηλυκό continente continentes

continent (fr)

  1. εγκρατής
    αντώνυμα: incontinent