Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

conjunction < διαμέσου της παλιάς γαλλικής από τη λατινική coniūnctiō (ένωση, σύνδεση) < coniungere "ενώνω, συνδέω"

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

conjunction (en)

  1. ένωση, σύνδεση
  2. (γραμματική) σύνδεσμος
  3. (αστρονομία) σύνοδος
  4. (λογική) ο λογικός τελεστής της σύζευξης
  5. (λογική) η πρόταση που προκύπτει από το συνδυασμό δύο ή περισσότερων προτάσεων με τον λογικό τελεστή
  6. (απαρχαιωμένο) σεξουαλική συνεύρεση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία