Λατινικά (la)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

computo < (con-) com- + puto (καθαρίζω, εξαγνίζω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

computo [ŭ] (computō1, computāvī, computātum, computāre)

ΚλίσηΕπεξεργασία

ΑπόγονοιΕπεξεργασία

computo (λατινικά)

γαλλικά: computer
αγγλικά: compute

επίσης δείτε κομπιούτερ

  ΠηγέςΕπεξεργασία