Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

come from < → δείτε τις λέξεις come και from

  ΡήμαΕπεξεργασία

come from (en)

  1. κατάγομαι
  2. προέρχομαι