Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
clench clenches

clench (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας clench
γ΄ ενικό ενεστώτα clenches
αόριστος clenched
παθητική μετοχή clenched
ενεργητική μετοχή clenching

clench (en)

  • σφίγγω δόντια ή γροθιά από θυμό
    I clench my fist - σφίγγω τη γροθιά μου