Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

cache-flamme < cacher + flamme

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
cache-flamme cache-flammes

cache-flamme (fr) αρσενικό

  1. εξάρτημα πυροβόλου όπλου (πιστολιού, κανονιού, κ.α.) που χαμηλώνει τη θερμοκρασία των αερίων και σβήνει τη φωτιά της εκπυρσοκρότησης