Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
buse buses

buse (fr) θηλυκό

  1. είδος γερακιού
    συνώνυμα: bondrée
  2. (μεταφορικά, οικείο) χαζός, ανόητος
    συνώνυμα: bête
  3. σωλήνας
    συνώνυμα: conduit, tuyau


Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

buse < bus- + -e

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

buse (eo)


Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

buse (tr)